Μελίνα ΤζάκουΙδρύτρια & Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις
Ψυχολόγος - Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια στη Νέα Ιωνία

Όραμα
Η πολυετής θεραπευτική μου εμπειρία, μου έδειξε πόσο σημαντικό είναι η φροντίδα της ψυχικής υγείας να στηρίζεται στη συνεργασία και στη συνέπεια.
Γι’ αυτό δημιούργησα το Κέντρο Ψυχικής Υγείας Άρκεσις στη Νέα Ιωνία, ως έναν χώρο όπου η ευθύνη και η σκέψη μοιράζονται.
Από την αρχή, επιθυμία μου ήταν να συγκροτήσω μια ομάδα με κοινή φιλοσοφία, όπου η ψυχοθεραπεία και η ψυχιατρική υποστήριξη συνυπάρχουν με υπευθυνότητα. Στο Άρκεσις συνεργαζόμαστε στενά, συζητάμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και διαμορφώνουμε μαζί το κατάλληλο θεραπευτικό πλαίσιο.
Στόχος μου είναι η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας με συνοχή και συνέχεια. Θέλω κάθε άνθρωπος που απευθύνεται σε εμάς να μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο και ετικέτες, βρίσκοντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς για να αποκτήσει σταδιακά μεγαλύτερη εσωτερική ασφάλεια και επάρκεια.
Μελίνα Τζάκου
Ιδρύτρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις
Ένα από τα πιο ελπιδοφόρα σημάδια της εποχής στη χώρα μας είναι ότι οι άνθρωποι αρχίζουν να βλέπουν την ψυχοθεραπεία όχι ως "ύστατη λύση", αλλά ως διαδικασία αυτογνωσίας και εξέλιξης.
Μελίνα Τζάκου
Η Μελίνα Τζάκου είναι Ψυχολόγος και Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια στη Νέα Ιωνία, με πολυετή εμπειρία στην ατομική ψυχοθεραπεία ενηλίκων, παιδιών και εφήβων, στη θεραπεία ζεύγους, καθώς και στη συμβουλευτική γονέων.
Είναι ιδρύτρια και επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις, όπου έχει τη συνολική ευθύνη για την επιστημονική κατεύθυνση, τη φιλοσοφία και τον τρόπο λειτουργίας του.
Η κλινική της εμπειρία χαρακτηρίζεται από βαθιά προσήλωση στη θεραπευτική σχέση, σεβασμό στη μοναδικότητα κάθε ανθρώπου και πίστη στη θεραπεία ως μια ουσιαστική, αλλά απαιτητική, διαδικασία αλλαγής.
Σπουδές & Εκπαίδευση
Είναι απόφοιτος Ψυχολογίας και έχει ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό δίπλωμα «Εφαρμοσμένη Αναπτυξιακή Ψυχολογία» (MA) (Master of Arts in Applied Developmental Psychology).
Έχει εκπαιδευτεί στην Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία στο ΔΙ.ΚΕ.ΨΥ. (Διεπιστημονικό Κέντρο Ψυχαναλυτικών Σπουδών), στο οποίο συμμετέχει τα τελευταία δύο χρόνια και ως μέλος της εκπαιδευτικής ομάδας στο τετραετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα ψυχαναλυτικής/ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας.
Η θεραπευτική της πρακτική στηρίζεται σε πλαίσιο εποπτείας και συνεχιζόμενης επιστημονικής εκπαίδευσης, με τακτική συμμετοχή σε επιμορφωτικά σεμινάρια, επιστημονικές ομάδες και εκπαιδεύσεις.
Κλινική Εμπειρία
Η κλινική εμπειρία της κυρίας Τζάκου περιλαμβάνει πολυετή ιδιωτική θεραπευτική πρακτική στην Ελλάδα, καθώς και συνεργασίες και παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στο εξωτερικό.
Μέσα από τη δουλειά της σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και από τις επαγγελματικές σχέσεις που συνεχίζει να διατηρεί διεθνώς, έχει έρθει σε επαφή με διαφορετικά θεσμικά πλαίσια φροντίδας ψυχικής υγείας και διαφορετικές κουλτούρες γύρω από τη θεραπεία.
Η εμπειρία αυτή έχει συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της θεραπευτικής της ματιάς, ενισχύοντας την κατανόηση της ψυχικής υγείας όχι μόνο ως ατομικό ζήτημα, αλλά και ως θέμα κοινωνικού πλαισίου, πρόσβασης και στάσης απέναντι στην ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Στην κλινική της πρακτική έχει εργαστεί με ενήλικες που αντιμετωπίζουν άγχος, καταθλιπτική διάθεση, burnout, υπαρξιακά και σχεσιακά ζητήματα, καθώς και με παιδιά και εφήβους που δυσκολεύονται συναισθηματικά ή αναπτυξιακά. Παράλληλα, εργάζεται θεραπευτικά και συμβουλευτικά με γονείς, στηρίζοντάς τους στην κατανόηση των αναγκών των παιδιών τους και της οικογενειακής δυναμικής.
Δεν χρειάζεται να φτάσει κανείς σε ένα ακραίο σημείο ή να έχει μια «βαριά διάγνωση» για να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία.
Η Προσέγγισή της στην Ψυχοθεραπεία
Η προσέγγισή της είναι ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική και εστιάζει στη θεραπευτική σχέση ως τον βασικό άξονα της θεραπευτικής διαδικασίας.
Για τη Μελίνα Τζάκου, η ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί, να μιλήσει και να επεξεργαστεί όσα τον δυσκολεύουν, μέσα στον χρόνο – όχι μια διαδικασία γρήγορων απαντήσεων ή έτοιμων λύσεων. Προς τον σκοπό αυτό, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην κατανόηση των εσωτερικών συγκρούσεων, των επαναλαμβανόμενων μοτίβων και του τρόπου με τον οποίο οι εξωτερικές απαιτήσεις έχουν συχνά εσωτερικευτεί, δημιουργώντας ένταση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος αισθάνεται και σε αυτό που «πρέπει» να είναι.
Η θεραπευτική σχέση είναι το βασικό εργαλείο της ψυχοθεραπείας. Μέσα σε αυτή επεξεργάζονται παλιά μοτίβα και δημιουργούνται νέες εμπειρίες που οδηγούν στην αλλαγή.
Δημόσιος Λόγος και Παρουσία
Πέρα από την κλινική της πρακτική, η Μελίνα Τζάκου συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο διάλογο γύρω από την ψυχική υγεία.
Καλείται συχνά να μιλήσει και να αρθρογραφήσει για ζητήματα που αφορούν τη σύγχρονη ψυχική πραγματικότητα, όπως το άγχος, το burnout, το χάσμα γενεών, τη θεραπευτική σχέση και την απενοχοποίηση της ψυχικής δυσκολίας.
Μέσα από παρεμβάσεις της σε μέσα ενημέρωσης και θεματικά αφιερώματα, επιδιώκει να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πιο ώριμου και ουσιαστικού λόγου γύρω από την ψυχοθεραπεία, μακριά από απλοποιήσεις και στερεότυπα.
Αναγνώριση

Συνεντεύξεις & Αρθρογραφία
Όταν το βλέμμα του άλλου καθορίζει ποιοι είμαστε
Ο άνθρωπος δεν γεννιέται με μια ολοκληρωμένη και σταθερή εικόνα του εαυτού του. Χρειάζεται τον άλλον για να αναγνωρίσει τον εαυτό του.
ΠερισσότεραΌταν το βλέμμα του άλλου καθορίζει ποιοι είμαστε
Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να ζουν κοιτάζοντας τον εαυτό τους μέσα από τα μάτια του άλλου. Όχι μόνο για να δουν αν είναι όμορφοι, επιτυχημένοι ή αρκετά νέοι, αλλά για να αισθανθούν ότι υπάρχουν. Το «πώς με βλέπει;» γίνεται σιγά σιγά πιο σημαντικό από το «πώς είμαι;» και η ζωή μπορεί να μετατραπεί σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να κατασκευάσουμε μια εικόνα που θα αξίζει να αγαπηθεί, να θαυμαστεί και να επιθυμηθεί.
Το βλέμμα του άλλου έχει πράγματι τεράστια σημασία για την ψυχική μας συγκρότηση. Ο άνθρωπος δεν γεννιέται με μια ολοκληρωμένη και σταθερή εικόνα του εαυτού του. Χρειάζεται τον άλλον για να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Το βλέμμα, η φροντίδα, η ανταπόκριση και η επιβεβαίωση του πρώιμου περιβάλλοντος συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία της αίσθησης ότι «είμαι κάποιος» (Winnicott, 1967).
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το βλέμμα του άλλου παύει να είναι ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο αναγνωριζόμαστε και γίνεται ο καθρέφτης, ή πιο σύγχρονα η οθόνη, μέσα στην οποία πρέπει διαρκώς να υπάρχουμε. Τότε, η εσωτερική μας αίσθηση αξίας εξαρτάται από κάτι που βρίσκεται έξω από εμάς.
Ο Jacques Lacan περιέγραψε με ιδιαίτερη οξύτητα τη σημασία του βλέμματος και της εικόνας στη συγκρότηση του υποκειμένου. Η εικόνα του εαυτού δεν είναι μόνο ό,τι βλέπουμε. Είναι κάτι μέσα στο οποίο μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και, ταυτόχρονα, κάτι που μας εκθέτει στο βλέμμα του Άλλου (Lacan, 1949). Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ότι δεν είμαστε μόνο αυτό που νιώθουμε ότι είμαστε, αλλά και αυτό που φανταζόμαστε ότι οι άλλοι βλέπουν σε εμάς.
Κάπου εκεί είναι πιθανό να γεννηθεί μια ανάγκη για τελειότητα που προστάζει «να είμαι όμορφη/ος», «να δείχνω νέα/ος», «να είμαι επιθυμητή/ος», «να τα καταφέρνω», «να μη φαίνεται η ηλικία μου».
Κάτω από αυτά τα «πρέπει» συχνά κρύβεται μια πολύ βαθύτερη δυσκολία, η αδυναμία αποδοχής ενός ατελούς εαυτού, ενός εαυτού που δεν μπορεί να είναι τα πάντα. Η ψυχική λειτουργία της παντοδυναμίας συνδέεται ακριβώς με αυτή την άρνηση των ορίων.
Το βρέφος, σε πρώιμες φάσεις της ανάπτυξης, βιώνει μια σχετική αίσθηση παντοδυναμίας. Ο κόσμος μοιάζει μαγικά να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, ενώ η εξάρτηση από τον φροντιστή δεν έχει ακόμη γίνει πλήρως αντιληπτή ως ξεχωριστή πραγματικότητα (Winnicott, 1960). Στην πορεία προς την ωρίμανση, όμως, χρειάζεται να εγκαταλείψουμε σταδιακά την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα.
Αυτό είναι ένα από τα δύσκολα αλλά ουσιαστικά περάσματα της ανθρώπινης ζωής. Είναι το πέρασμα στην ενήλικη φάση και στην κατανόηση της φθαρτότητας και της ευαλωτότητας της ανθρώπινης φύσης.
Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα γεράσουμε. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε κάθε απώλεια. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι θα είμαστε πάντοτε επιθυμητοί, νέοι, όμορφοι ή σημαντικοί.
Κι όμως, ο σύγχρονος πολιτισμός συχνά μας προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να διαπραγματευτούμε ακόμη και αυτά τα όρια. Ότι με αρκετή προσπάθεια, πειθαρχία, τεχνολογία ή χρήματα μπορούμε να καθυστερήσουμε επ’ αόριστον ό,τι ανήκει στη φυσική πορεία του ανθρώπου. Να διορθώσουμε το σώμα, να εξαφανίσουμε τα σημάδια της ηλικίας, να διατηρήσουμε την εικόνα της νεότητας.
Η επιθυμία για φροντίδα του εαυτού δεν είναι βέβαια παθολογική. Μπορεί να είναι έκφραση αγάπης προς το σώμα και προς τη ζωή. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο «φροντίζω τον εαυτό μου» και στο «δεν αντέχω να βλέπω αυτό που είμαι».
Στη δεύτερη περίπτωση, το σώμα γίνεται ο τόπος μιας διαρκούς μάχης. Μια ρυτίδα δεν είναι πλέον μόνο μια ρυτίδα. Είναι απόδειξη απώλειας. Ένα γκρίζο μαλλί δεν είναι απλώς μια αλλαγή. Είναι η υπενθύμιση ότι ο χρόνος περνά και η εικόνα στον καθρέφτη μπορεί να βιώνεται ως προδοσία: «Δεν είμαι πια αυτή/ος που ήμουν».
Τότε, η μεγάλη τραγωδία και ο κίνδυνος είναι η εστίαση στο έξω, στην εικόνα. Η ύπαρξη περισσότερο ως το παρουσιάζεσθαι παρά ως το αισθάνεσθαι. Μια τεράστια επένδυση στο φαίνεσθαι, τόσο ώστε να χάνεται σταδιακά η επαφή με το είναι.
Σε αυτή την περίπτωση, ο άνθρωπος μπορεί να φαίνεται γεμάτος αυτοπεποίθηση και ταυτόχρονα να εξαρτά την αυτοεκτίμησή του από μια σειρά εξωτερικών επιβεβαιώσεων. Ο Kohut περιέγραψε τη σημασία της ανάγκης για καθρεφτισμό και αναγνώριση στην ανάπτυξη ενός συνεκτικού εαυτού (Kohut, 1971). Όταν αυτή η ανάγκη παραμένει εύθραυστη, η επιβεβαίωση από το βλέμμα των άλλων μπορεί να αποκτήσει σχεδόν ζωτική σημασία.
Και τότε παρατηρείται ένα παράδοξο. Όσο περισσότερο το άτομο προσπαθεί να αρέσει στους άλλους, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον εαυτό του. Γιατί, για να προσαρμόζομαι διαρκώς στο βλέμμα του άλλου, χρειάζεται να τον ρωτώ συνεχώς ποιος θέλει να είμαι.
Όταν το βλέμμα του άλλου θολώνει την κρίση
Υπάρχει όμως και μια ακόμη, πιο επικίνδυνη συνέπεια αυτής της απομάκρυνσης από τον εαυτό. Όταν η ανάγκη να παραμείνουμε αποδεκτοί από το βλέμμα του άλλου γίνεται κυρίαρχη, δεν διακινδυνεύουμε μόνο να χάσουμε την αυθεντική επαφή με το ποιοι είμαστε, αλλά να αρχίσουμε να χάνουμε και την εμπιστοσύνη στη δική μας κρίση.
Ο άνθρωπος που έχει ανάγκη να ανταποκρίνεται διαρκώς σε ένα εξωτερικό ιδανικό μπορεί να βρεθεί σε μια σύγχυση. Να βλέπει, αλλά να μην επιτρέπει στον εαυτό του να αναγνωρίσει αυτό που βλέπει. Αν κάτι απειλεί την εικόνα που πρέπει να διατηρήσει, μπορεί να γίνει δύσκολο να το αφήσει να αποκτήσει το πλήρες ψυχικό του νόημα.
«Ξέρω ότι αυτό ίσως είναι υπερβολικό, αλλά πρέπει να το κάνω».
«Ξέρω ότι με δυσκολεύει, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω».
«Ξέρω ότι υπάρχουν κίνδυνοι, αλλά δεν θέλω να τους σκέφτομαι».
«Ξέρω ότι ίσως δεν μου κάνει καλό, όμως δεν αντέχω να φαίνομαι διαφορετική/ος».
Η άρνηση δεν είναι απαραίτητα συνειδητή. Μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε κάτι που είναι ψυχικά δύσκολο να αντέξει το άτομο. Όταν η πραγματικότητα συγκρούεται με την ανάγκη να διατηρηθεί μια συγκεκριμένη εικόνα, η ψυχή μπορεί να προσπαθήσει να προστατεύσει την εικόνα αντί να επεξεργαστεί τη σύγκρουση.
Και τότε μπορεί να συμβεί κάτι τραγικό. Η επιθυμία να είμαστε αποδεκτοί μπορεί να γίνει ισχυρότερη από την επιθυμία να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η διατήρηση της εικόνας απαιτεί πράξεις που ενέχουν πραγματικούς κινδύνους.
Δεν σημαίνει ότι κάθε αισθητική επιλογή αποτελεί κίνδυνο ούτε ότι όποιος επιλέγει να αλλάξει την εμφάνισή του στερείται κρίσης. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Τι συμβαίνει όταν η ανάγκη για αποδοχή γίνεται τόσο πιεστική, ώστε το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει, να σταθμίσει ή ακόμη και να επιτρέψει στον εαυτό του να δει τους κινδύνους που συνδέονται με αυτό που κάνει;
Εκεί η σχέση με τον Άλλο μπορεί να γίνει μια σχέση εξάρτησης, από την οποία είναι δύσκολο να απομακρυνθεί κανείς. Γιατί, αν η αποδοχή του άλλου έχει γίνει προϋπόθεση για να αισθάνομαι ότι αξίζω, τότε ακόμη και μια λογική προειδοποίηση μπορεί να βιωθεί όχι ως προστασία αλλά ως απειλή.
Η φωνή που λέει «σταμάτα» μπορεί να συγκρούεται με μια άλλη, βαθύτερη φωνή που λέει «αν σταματήσεις, δεν θα είσαι πια αρκετή/ος».
Σε αυτή τη συνθήκη, η πραγματικότητα μπορεί να παραμορφώνεται όχι επειδή το άτομο δεν έχει αντιληφθεί τους κινδύνους, αλλά επειδή δεν αντέχει ψυχικά τις συνέπειες του να τους πάρει στα σοβαρά.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο λεπτά σημεία της ψυχαναλυτικής σκέψης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε κάτι για να μπορέσουμε και να το αποδεχτούμε. Μπορεί να γνωρίζουμε συνειδητά μια πραγματικότητα και ταυτόχρονα να την διαψεύδουμε ψυχικά, όταν η αποδοχή της απειλεί μια σημαντική ανάγκη ή μια εύθραυστη εικόνα του εαυτού.
Όταν αψηφούμε τα όρια της ανθρώπινης φύσης
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της σύγχρονης εποχής. Δεν είναι μόνο ότι δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε την ηλικία μας. Είναι ότι δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να αποδεχτούμε πως είμαστε άνθρωποι.
Ο άνθρωπος είναι ένα ον με όρια. Έχει ένα σώμα που αλλάζει, φθείρεται και κάποτε πεθαίνει. Έχει ανάγκες, εξαρτήσεις και αδυναμίες. Χρειάζεται τους άλλους, πονά, χάνει, αποτυγχάνει, απογοητεύεται. Δεν μπορεί να είναι διαρκώς νέος, διαρκώς ελκυστικός, διαρκώς παραγωγικός, διαρκώς δυνατός.
Αυτά δεν είναι αποτυχίες της ανθρώπινης φύσης. Είναι οι νόμοι της. Και όταν επιχειρούμε να τους αψηφήσουμε, το τίμημα μπορεί να μην είναι μόνο σωματικό, αλλά βαθιά ψυχικό και ενδεχομένως επικίνδυνο και για την ίδια την ύπαρξη.
Η άρνηση της φυσικής πορείας του χρόνου μπορεί να μετατραπεί σε μια αέναη αναζήτηση διόρθωσης. Το σώμα γίνεται ένα έργο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να αλλάξει, να διορθωθεί, να καθυστερήσει.
Η επιθυμία δεν σταματά, επειδή η εικόνα δεν μπορεί ποτέ να προσφέρει αυτό που πραγματικά αναζητά η ψυχή, την αίσθηση ότι είμαι αρκετός, ότι ανήκω, ότι αξίζω να αγαπηθώ.
Γιατί το πρόβλημα, για το οποίο αναζητάται η λύση στο σώμα και στο φαίνεσθαι, στην πραγματικότητα βρίσκεται αλλού. Το πρόσωπο μπορεί να αλλάξει, αλλά η ανασφάλεια να παραμείνει. Το σώμα μπορεί να αλλάξει, αλλά ο φόβος της απόρριψης να παραμείνει. Ένα σημάδι της ηλικίας μπορεί να μειωθεί, αλλά ο φόβος απέναντι στον χρόνο να παραμείνει ακόμη μεγαλύτερος.
Ψυχοθεραπευτικά, το ζήτημα δεν είναι να καταδικάσουμε την επιθυμία για αλλαγή, αλλά να την ακούσουμε και να ωριμάσουμε μέσα από αυτή την κατανόηση.
Η ωρίμανση σημαίνει να μπορέσουμε να επιθυμούμε χωρίς να υποδουλωνόμαστε στην επιθυμία του άλλου. Να μπορούμε να αγαπιόμαστε χωρίς να είμαστε τέλειοι. Να μπορούμε να επιθυμούμε χωρίς να είμαστε διαρκώς επιθυμητοί. Να μπορούμε να κοιτάζουμε το σώμα μας χωρίς να το αντιμετωπίζουμε ως έργο που απέτυχε να παραμείνει αμετάβλητο στον χρόνο.
Η άρνηση του χρόνου ίσως είναι η βαθύτερη μορφή παντοδυναμίας.
Ο χρόνος δεν είναι εχθρός μας. Είναι μια αναπόφευκτη συνθήκη μέσα στην οποία ζούμε. Το σώμα αλλάζει επειδή ζούμε και το πρόσωπο αλλάζει επειδή γελάσαμε, κλάψαμε, αγαπήσαμε, χάσαμε, μεγαλώσαμε. Η φθορά αυτών δεν σημαίνει πάντα το αντίθετο της ζωής γιατί είναι και ίχνη της ζωντάνιας.
Η αποδοχή των νόμων της ανθρώπινης φύσης συνεπάγεται της εγκατάλειψης της παντοδυναμίας που υπόσχεται νίκη στη μάχη με τον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια. Μια εγκατάλειψη που μπορεί, παραδόξως, να είναι εξαιρετικά απελευθερωτική και ζωογόνα.
Γιατί, όταν δεν χρειάζεται πια να πολεμάμε διαρκώς αυτό που είμαστε, περισσεύει χώρος και χρόνος για να ζήσουμε.
Αυτό είναι πραγματικά ένα από τα πιο δύσκολα ψυχικά περάσματα, το πέρασμα από την παντοδυναμία στην ωριμότητα. Να αντέχει κανείς πως δεν μπορεί να είναι τα πάντα, να μην μοιάζει για πάντα νέος/α, να μην αρέσει σε όλους, να μην ελέγχει το βλέμμα του άλλου και, παρ’ όλα αυτά, να μπορεί να λέει:
«Αυτός είμαι. Και μπορώ να επιθυμώ, να αγαπώ και να ζω».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο LinkedIn Newsletter "Ελεύθεροι Συνειρμοί".
Το Παιδικό Τραύμα στη Σύγχρονη Κοινωνία
Γράφει η Μελίνα Τζάκου, Ψυχολόγος - Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια, Ιδρύτρια & Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις
ΠερισσότεραΤο Παιδικό Τραύμα στη Σύγχρονη Κοινωνία
Το παιδικό τραύμα είναι ένα από τα ψυχικά ζητήματα που απασχολούν πιο πολύ την εποχή μας. Οι κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες, οι αλλαγές στον πολιτισμό και γεγονότα όπως η οικονομική κρίση και η πανδημία έχουν αυξήσει την έκθεση των παιδιών σε τραυματικές εμπειρίες (Βασιλείου, 2023). Το τραύμα στην παιδική ηλικία δεν αφορά μόνο τη σωματική ή συναισθηματική κακοποίηση, αλλά και πιο διακριτικές μορφές παραμέλησης ή απώλειας που επηρεάζουν την οικογένεια και την κοινωνία.
Το παιδικό τραύμα είναι μια εμπειρία ή μια σειρά εμπειριών που ξεπερνούν τις αντοχές του παιδιού και αφήνουν ψυχικά κατάλοιπα ικανά να επηρεάσουν την ανάπτυξή του. Στη σημερινή Ελλάδα, το τραύμα εμφανίζεται συχνά σε περιπτώσεις διαζυγίου, εκφοβισμού, ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και σε καταστάσεις όπως η παρατεταμένη οικονομική κρίση και η εμπειρία της προσφυγιάς (Παπαδοπούλου, 2022).
Από την οπτική της ψυχαναλυτικής θεωρίας, το παιδικό τραύμα θεωρείται διαταραχή στη συμβολική λειτουργία της ψυχής. Όταν το τραύμα δεν επεξεργάζεται, αποθηκεύεται στο ασυνείδητο και συχνά εμφανίζεται ως άγχος, μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς (Laplanche & Pontalis, 1973). Στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου οι παραδοσιακοί δεσμοί συχνά διαταράσσονται, το τραύμα μπορεί να μεταδοθεί από γενιά σε γενιά δημιουργώντας ένα "συλλογικό ασυνείδητο" πόνου (Καραγιάννης, 2021).
Στην βιβλιογραφία επισημαίνεται πως το τραύμα διαμορφώνει την ψυχοσυναισθηματική δομή του ατόμου ήδη από τα πρώτα χρόνια ζωής. Η θεωρία της προσκόλλησης (Bowlby, 1969) υπογραμμίζει ότι ασφαλείς συναισθηματικοί δεσμοί με τους φροντιστές προστατεύουν το παιδί από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του τραύματος, ενώ η αποσταθεροποίηση αυτών των δεσμών ενισχύει την ευαλωτότητα. Ο Bessel van der Kolk (2014) αναφέρει ότι το τραύμα εγγράφεται όχι μόνο στην ψυχή αλλά και στο σώμα, επηρεάζοντας τη ρύθμιση του συναισθήματος, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ικανότητα για εμπιστοσύνη. Επιπλέον, η συστημική προσέγγιση τονίζει ότι το τραύμα δεν είναι ατομικό φαινόμενο, αλλά επηρεάζει ολόκληρα οικογενειακά και κοινωνικά συστήματα, απαιτώντας διεπιστημονική παρέμβαση και συλλογική ευαισθητοποίηση (Minuchin, 1974).
Οι πρόσφατες κοινωνικές αλλαγές στην Ελλάδα, όπως η αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας κατά την πανδημία COVID-19 (ΜΚΟ "Το Χαμόγελο του Παιδιού", 2021), δείχνουν πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση στο παιδικό τραύμα. Τα ΜΜΕ, τα σχολεία και οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να λειτουργούν ως "συστημικοί θεματοφύλακες" για την προστασία των παιδιών (Γεωργίου, 2023).
Το παιδικό τραύμα στη σύγχρονη κοινωνία έχει πολλές επιπτώσεις σε διάφορους τομείς της ελληνικής ζωής. Στο σχολείο, τα παιδιά με τραυματικές εμπειρίες συχνά έχουν χαμηλότερη απόδοση, δυσκολίες στις σχέσεις και μεγαλύτερο κίνδυνο να εγκαταλείψουν το σχολείο. Σε ευρύτερο επίπεδο, το τραύμα πιθανόν να οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό, παραβατική συμπεριφορά ή εξαρτήσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται ως βίαια πρότυπα στην ενήλικη ζωή. Στη σημερινή Ελλάδα, όπου η κρίση έχει αυξήσει την ανασφάλεια και την ανισότητα, τα παιδικά τραύματα συχνά γίνονται εμπόδιο στην ψυχική ανθεκτικότητα και την κοινωνική συνοχή. Αυτές οι συνέπειες επηρεάζουν όλη την κοινωνία, τη λειτουργία των θεσμών, την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και τη δυνατότητα να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί η βία.
Κάτι πολύ σημαντικό που χρειάζεται να τονιστεί για το παιδικό τραύμα είναι ότι οι επιδράσεις του δεν περιορίζονται στην παιδική ηλικία, αλλά μπορούν να επηρεάσουν βαθιά ολόκληρη τη ζωή ενός ατόμου, ακόμη και αν το ίδιο δεν έχει πλήρη συνείδηση της σύνδεσης αυτών των βιωμάτων με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ως ενήλικας. Το τραύμα συχνά «σιωπά» μέσα στο ασυνείδητο, εκδηλώνοντας τον πόνο του μέσω ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, δυσκολιών στις σχέσεις, άγχους ή ακόμη και επαναλαμβανόμενων καταστάσεων που μοιάζουν ανεξήγητες.
Εξίσου σημαντικό να γνωρίζει κανείς είναι ότι το τραύμα δεν αποτελεί μια ανεπανόρθωτη καταδίκη. Η θεωρία της μετατραυματικής ανάπτυξης υποστηρίζει ότι το τραύμα, αν και οδυνηρό, μπορεί –μέσα από την κατάλληλη επεξεργασία– να οδηγήσει σε θετικές αλλαγές, όπως αυξημένη σοφία, ενσυναίσθηση, και νέους τρόπους νοηματοδότησης της ζωής (Tedeschi & Calhoun, 2004). Με την κατάλληλη αναγνώριση, ψυχοθεραπευτική βοήθεια και κοινωνική υποστήριξη, ακόμη και οι πιο βαθιές πληγές μπορούν να επουλωθούν, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και ανοίγοντας δρόμους για προσωπική ανάπτυξη και ουσιαστικές σχέσεις. Η ελπίδα και η αλλαγή είναι πάντα δυνατές, αρκεί να δοθεί χώρος για κατανόηση και θεραπευτική επεξεργασία.
Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική κοινωνία έχει έρθει αντιμέτωπη και με νέες μορφές τραύματος όπως η διαδικτυακή κακοποίηση και η έκθεση σε βία μέσω των social media (ΚΕΘΕΑ, 2024). Αυτές οι περιπτώσεις απαιτούν εξειδικευμένες παρεμβάσεις και τη συνεχή εκπαίδευση των ειδικών ψυχικής υγείας. Παράλληλα, σύγχρονες κοινωνικές δράσεις, όπως το κίνημα #MeToo και η δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα του παιδιού, έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο προστατευτικού περιβάλλοντος για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες. Ωστόσο, τα κοινωνικά στερεότυπα, η έλλειψη επαρκών δομών υποστήριξης και το στίγμα που συνοδεύει την ψυχοθεραπεία εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση του παιδικού τραύματος στην Ελλάδα (Μπακογιάννη, 2024).
Η αντιμετώπιση του παιδικού τραύματος χρειάζεται συλλογική ευθύνη και συνεργασία όλων των φορέων. Η ψυχοθεραπεία είναι σημαντική, όχι μόνο για το άτομο, αλλά και για τη θεραπεία των κοινωνικών δομών που διατηρούν το τραύμα. Η συνέχιση της επιστημονικής έρευνας, η δημόσια συζήτηση και η ενίσχυση των ψυχοκοινωνικών δομών είναι βασικά βήματα για μια κοινωνία που σέβεται την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών της (Συνοδινού, 2025).
Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία προσφέρει ένα ασφαλές περιβάλλον όπου το παιδί, ο έφηβος, ο ενήλικας μπορεί να επεξεργαστεί το τραύμα μέσα από τη σχέση με τον θεραπευτή (Winnicott, 2017). Στόχος της θεραπείας είναι η κατανόηση των εσωτερικών συγκρούσεων και η αποκατάσταση της ψυχικής συνέχειας. Όσον αφορά την θεραπεία με ανήλικους/ες, πολύ συχνά, είναι απαραίτητη η συνεργασία με τους γονείς και πιθανόν με την οικογένεια για να σταματήσει ο κύκλος της μεταβίβασης του τραύματος (Fonagy et al., 2002).
Βιβλιογραφία
Βασιλείου, Α. (2023). Παιδικό Τραύμα και Ελληνική Κοινωνία. Ψυχή.
Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Vol. 1. Attachment. Hogarth Press.
Γεωργίου, Δ. (2023). Το Παιδί ως Θύμα Βίας: Θεσμικές Παρεμβάσεις. Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Fonagy, P., Target, M., Gergely, G., Allen, J. G., & Bateman, A. W. (2002). Attachment and Trauma. Routledge.
Καραγιάννης, Θ. (2021). Διαγενεακό Τραύμα στη Νεοελληνική Οικογένεια. Περιοδικό Ψυχανάλυσης.
ΚΕΘΕΑ (2024). Έκθεση για το Διαδικτυακό Bullying στην Ελλάδα.
Laplanche, J. & Pontalis, J.-B. (1973). Λεξικό Ψυχανάλυσης. Καστανιώτη.
Minuchin, S. (1974). Families and Family Therapy. Harvard University Press.
Μπακογιάννη, Λ. (2024). Το Στίγμα της Ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα. Περιοδικό Ψυχικής Υγείας.
Παπαδοπούλου, Ε. (2022). Τραύμα και Μετανάστευση: Νέες Προκλήσεις. Περιοδικό Κοινωνικής Εργασίας.
Συνοδινού, Α. (2025). Ψυχική Ανθεκτικότητα στην Παιδική Ηλικία και Σύγχρονες Κοινωνικές Προκλήσεις. Παπαζήση.
Tedeschi, R. G., & Calhoun, L. G. (2004). Posttraumatic Growth: Conceptual Foundations and Empirical Evidence. Psychological Inquiry, 15(1), 1-18.
Van der Kolk, B. (2014). The Body Keeps the Score: Brain, Mind, and Body in the Healing of Trauma. Viking.
Winnicott, D.W. (2017). Το Παιδί, η Οικογένεια και ο Εξωτερικός Κόσμος. Γαβριηλίδης.
Γιατί πάντα θέλουμε λίγο ακόμη καλοκαίρι;
Όταν οι διακοπές φτάσουν στο τέλος τους, βγαίνει αβίαστα μια φράση «Δεν μου έφτασαν οι διακοπές»
ΠερισσότεραΓιατί πάντα θέλουμε λίγο ακόμη καλοκαίρι;
Κάθε χρόνο περιμένουμε τις διακοπές σαν να πρόκειται να μας δώσουν κάτι που μας έλειψε όλο τον χρόνο. Κι όταν τελικά έρθουν, μοιάζουν να τελειώνουν πριν προλάβουμε να τις χορτάσουμε. Υπάρχει μια παράξενη εμπειρία που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Μετράμε αντίστροφα μέχρι να φύγουμε, φανταζόμαστε τις ημέρες που θα έχουμε μπροστά μας, ονειρευόμαστε θάλασσα, ύπνο, παρέες, βόλτες, ένα πρωινό χωρίς ξυπνητήρι. Κι όμως, όταν οι διακοπές φτάσουν στο τέλος τους, βγαίνει αβίαστα μια φράση «Δεν μου έφτασαν οι διακοπές» Μια φράση τόσο συνηθισμένη, που σχεδόν δεν την προσέχουμε πια. Κι όμως, ίσως αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν. Μπορεί πράγματι να μην ήταν πολλές. Όμως ίσως το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι το πόσες ημέρες διαρκούν οι διακοπές, αλλά πόσα πράγματα περιμένουμε ψυχικά να συμβούν μέσα σε αυτές. Είναι μόνο ο αριθμός των ημερών ή μήπως κάτι περισσότερο;
Ουσιαστικά, οι διακοπές δεν είναι μόνο ένα χρονικό διάστημα χωρίς εργασία. Είναι ένας χρόνος στον οποίο επενδύουμε πολλές και διαφορετικές ψυχικές προσδοκίες. Περιμένουμε να ξεκουραστούμε, να χαρούμε, να ερωτευτούμε, να συνδεθούμε, να κοιμηθούμε, να παίξουμε, να μη βιαζόμαστε. Περιμένουμε, ίσως, να ξαναβρούμε έναν εαυτό που μέσα στην καθημερινότητα έχει χαθεί κάπου ανάμεσα στις υποχρεώσεις. Και ίσως γι’ αυτό οι διακοπές μοιάζουν πάντα λίγες.
Πριν ακόμη φύγουμε, οι διακοπές έχουν ήδη αρχίσει να υπάρχουν μέσα μας. Τις φανταζόμαστε. Τις φορτίζουμε με εικόνες και προσδοκίες. «Θα κοιμηθώ, θα ηρεμήσω, θα περάσω όμορφα, θα έχω χρόνο για τους δικούς μου ανθρώπους, θα απολαύσω τη θάλασσα». Αποκτούν μια ιδιαίτερη ψυχική επένδυση. Στην πραγματικότητα, συχνά δεν περιμένουμε απλώς να κάνουμε διακοπές, αλλά περιμένουμε οι διακοπές να διορθώσουν κάτι. Να αποκαταστήσουν την κούραση μιας ολόκληρης χρονιάς. Να μας επιστρέψουν την ενέργεια που χάσαμε. Να μας κάνουν να αισθανθούμε ξανά ελεύθεροι.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα πρώτο παράδοξο. Όταν συγκεντρώνεται η ανάγκη ενός ολόκληρου χρόνου σε λίγες μέρες, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι οι ημέρες αυτές θα μοιάζουν ανεπαρκείς. Οι διακοπές καλούνται να γίνουν κάτι περισσότερο από διακοπές. Καλούνται να γίνουν ξεκούραση, χαρά, επανασύνδεση, ελευθερία, απόλαυση, ανανέωση και, κάποιες φορές, μια μικρή απόδραση από τον ίδιο μας τον εαυτό. Και όσο περισσότερα περιμένουμε να πάρουμε από τις διακοπές, τόσο πιο εύκολο είναι να αισθανθούμε ότι δεν μας έφτασαν.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Η απόλαυση έχει μέσα της μια πικρή αλήθεια, πως δεν διαρκεί για πάντα. Όταν αρχίζουμε να περνάμε καλά, κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος περνά. Η πρώτη ημέρα γίνεται τρίτη, η τρίτη γίνεται πέμπτη και ξαφνικά απομένουν δύο. Και τότε μπορεί να συμβεί ένα ακόμα παράδοξο, όταν ενώ βρισκόμαστε ακόμη μέσα στην απόλαυση, αρχίζουμε ήδη να βιώνουμε την απώλειά της. «Σε λίγες μέρες θα φύγουμε». Η σκέψη αυτή μπορεί να εισχωρήσει ακόμη και στην πιο όμορφη στιγμή. Η εμπειρία δεν είναι πια μόνο «είμαι εδώ», είναι και «σε λίγο δεν θα είμαι εδώ».
Η ψυχαναλυτική σκέψη μάς θυμίζει ότι η επιθυμία δεν ταυτίζεται απλώς με την ανάγκη. Μια ανάγκη μπορεί να ικανοποιηθεί, όπως διψάω και πίνω νερό. Η επιθυμία όμως έχει διαφορετική δυναμική. Συχνά μετακινείται, επανέρχεται και αναζητά κάτι περισσότερο. Ο Freud, ήδη στο έργο του για την αρχή της ηδονής και αργότερα στο Πέρα από την αρχή της ηδονής, ανέδειξε τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην ικανοποίηση, την επανάληψη και την επιθυμία (Freud, 1920). Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί ακόμη και μια πολύ όμορφη εβδομάδα μπορεί να αφήσει πίσω της την αίσθηση, «Θα ήθελα κι άλλο». Όχι απαραίτητα επειδή δεν απολαύσαμε αρκετά. Αλλά επειδή η απόλαυση δεν έχει την ικανότητα να μας απαλλάξει οριστικά από την επιθυμία. Ίσως μάλιστα το «λίγο ακόμη» να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας.
Υπάρχει όμως και ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής που αξίζει να προσέξουμε. Πολλές φορές πηγαίνουμε διακοπές με την ίδια ψυχική στάση με την οποία εργαζόμαστε. Θέλουμε να «αξιοποιήσουμε» τις ημέρες. Να προλάβουμε. Να δούμε μέρη. Να κάνουμε δραστηριότητες. Να τραβήξουμε φωτογραφίες. Να μη χαθεί ούτε μία μέρα. Σαν να υπάρχει κάπου μέσα μας μια φωνή που λέει «Αφού έχεις χρόνο πρέπει να τον αξιοποιήσεις σωστά». Είναι η φωνή της απαίτησης, της επίδοσης, αυτού που ο Freud θα έλεγε, στο πλαίσιο της θεωρίας του ψυχικού οργάνου, ως υπερεγωτική λειτουργία, την εσωτερικευμένη απαίτηση να ανταποκρινόμαστε σε κανόνες, προσδοκίες και ιδανικά. Κάπως έτσι λοιπόν, ακόμη και η ξεκούραση μπορεί να μετατραπεί σε έργο. Και τότε φεύγουμε από τις διακοπές κουρασμένοι από την προσπάθεια να ξεκουραστούμε.
Επιπλέον, για πολλούς ανθρώπους το καλοκαίρι κουβαλά και μια ιδιαίτερη μνήμη, τα παιδικά καλοκαίρια. Τότε που ο χρόνος έμοιαζε διαφορετικός. Οι τρεις μήνες του καλοκαιριού μπορούσαν να μοιάζουν ατελείωτοι. Οι ημέρες είχαν χώρο, δεν υπήρχε η ίδια αίσθηση του «πρέπει να προλάβω». Ως ενήλικες, επιστρέφουμε κάθε καλοκαίρι σε αυτή την εποχή με έναν τρόπο. Ίσως όχι μόνο σε έναν τόπο, αλλά και σε μια παλαιότερη αίσθηση του εαυτού. Το καλοκαίρι μπορεί να ξυπνά μια ανάμνηση μιας ζωής με περισσότερο παιχνίδι και λιγότερη υποχρέωση.
Ο Winnicott (1971) συνέδεσε το παιχνίδι με έναν ιδιαίτερο χώρο εμπειρίας, ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα, μέσα στον οποίο το άτομο μπορεί να είναι δημιουργικό και να αισθάνεται περισσότερο ζωντανό. Ίσως κάποιες φορές αυτό που νοσταλγούμε στις διακοπές δεν είναι μόνο το μέρος. Είναι ο εαυτός που μπορούμε να είμαστε εκεί. Στις διακοπές μπορεί να είμαστε λίγο διαφορετικοί. Ξυπνάμε αργότερα. Τρώμε χωρίς βιασύνη. Περπατάμε περισσότερο. Μιλάμε μέχρι αργά. Κολυμπάμε. Κοιτάμε τον ορίζοντα. Έχουμε χρόνο να σκεφτούμε ή, ακόμη καλύτερα, χρόνο να μη σκεφτόμαστε τίποτα. Για λίγο, δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο παραγωγικοί. Και αυτό μπορεί να είναι βαθιά ανακουφιστικό.
Και μετά έρχεται η επιστροφή. Η βαλίτσα ανοίγει. Τα ρούχα μπαίνουν στη θέση τους. Το ξυπνητήρι επανέρχεται. Τα email πολλαπλασιάζονται. Το πρόγραμμα ξαναγεμίζει. Μαζί με αυτά, επιστρέφουν και οι ρόλοι, εργαζόμενος, γονιός, σύντροφος, επαγγελματίας, άνθρωπος που πρέπει να ανταποκριθεί. Η επιστροφή επομένως δεν σημαίνει μόνο ότι τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει η δουλειά. Σημαίνει ότι επιστρέφουν οι ρόλοι, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις που είχαν προσωρινά χαλαρώσει. Ίσως γι’ αυτό κάποιες φορές η επιστροφή πονά περισσότερο από την ίδια τη λήξη των διακοπών. Δεν αποχαιρετούμε μόνο έναν τόπο, δεν χάνουμε μόνο μια παραλία ή ένα ξενοδοχείο. Χάνουμε προσωρινά μια εκδοχή του εαυτού μας.
Ίσως όμως το ζητούμενο να μην είναι να καταφέρουμε να κάνουμε τις διακοπές αρκετά μεγάλες ώστε να μη μας λείψουν. Αυτό πιθανόν να μην συμβεί ποτέ. Ίσως το ερώτημα είναι «Τι είναι αυτό που μου έδωσαν οι διακοπές και μου λείπει τόσο όταν επιστρέφω;» Αν είναι η ξεκούραση, μπορούμε να αναρωτηθούμε πού χωρά η ξεκούραση στην καθημερινότητά μας. Αν είναι η σύνδεση, τι έχει συμβεί στις σχέσεις μας τον υπόλοιπο χρόνο; Αν είναι η ελευθερία, πόσο χώρο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να επιλέγει; Αν είναι το παιχνίδι, πότε ήταν η τελευταία φορά που κάναμε κάτι χωρίς να χρειάζεται να είναι χρήσιμο; Και αν είναι απλώς η αίσθηση ότι «είμαι περισσότερο ο εαυτός μου», τότε ίσως εκεί βρίσκεται το σημαντικότερο μήνυμα. Οι διακοπές μπορεί να μην είναι μόνο μια παύση από τη ζωή. Μπορεί να είναι ένας καθρέφτης της ζωής που θα θέλαμε να έχουμε λίγο περισσότερο. Ίσως, λοιπόν, δεν χρειάζεται να κρατήσουμε το καλοκαίρι για πάντα. Χρειάζεται να κρατήσουμε κάτι από αυτό που μας επέτρεψε να αισθανθούμε. Λίγο περισσότερο χώρο, λίγη περισσότερη απόλαυση, λίγο λιγότερη ενοχή όταν δεν είμαστε παραγωγικοί, λίγο περισσότερο παιχνίδι. Και ίσως έτσι στην άδεια να θυμόμαστε ότι η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που πρέπει να προλάβουμε.
Γιατί μπορεί οι διακοπές πράγματι να τελειώνουν πολύ γρήγορα, αλλά…
«Πώς θα ήταν αν μπορούσαμε να αφήσουμε ένα μικρό κομμάτι αυτής της εμπειρίας να συνεχίσει να ζει μέσα μας καθημερινά;»
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο LinkedIn Newsletter "Ελεύθεροι Συνειρμοί".
Η Αυγουστιάτικη ψευδαίσθηση της αναπλήρωσης: Όταν η γονεϊκή απουσία συναντά την εξάντληση και την ενοχή
Γράφει η Μελίνα Τζάκου, Ψυχολόγος - Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια, Ιδρύτρια & Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις
ΠερισσότεραΗ Αυγουστιάτικη ψευδαίσθηση της αναπλήρωσης: Όταν η γονεϊκή απουσία συναντά την εξάντληση και την ενοχή
Ο Αύγουστος έχει ταυτιστεί πολιτισμικά με την ξεκούραση, την οικογενειακή συνύπαρξη και την επιστροφή σε έναν πιο «ανθρώπινο» ρυθμό ζωής. Είναι ο μήνας που οι περισσότεροι γονείς περιμένουν ως μια ευκαιρία να αναπληρώσουν τον χρόνο που στερήθηκαν τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια του έτους αλλά και να ξεκουραστούν. Οι διακοπές μοιάζουν να υπόσχονται ότι η σχέση θα αποκατασταθεί, ότι οι ελλείψεις θα καλυφθούν και ότι η οικογένεια θα ξαναβρεί τη χαμένη της ισορροπία.
Ωστόσο, από την κλινική εμπειρία γίνεται φανερό ότι ο Αύγουστος δεν λειτουργεί πάντοτε ως περίοδος αποκατάστασης. Συχνά αποτελεί τον μήνα κατά τον οποίο αναδύονται με μεγαλύτερη ένταση οι ψυχικές συνέπειες μιας ολόκληρης χρονιάς συναισθηματικής απομάκρυνσης, χρόνιας κόπωσης και συσσωρευμένης ενοχής. Η εγγύτητα που προσφέρουν οι διακοπές δεν εξαλείφει αυτόματα ό,τι απουσίαζε τους προηγούμενους μήνες. Αντίθετα, πολλές φορές το καθιστά περισσότερο ορατό.
Αυτό που συχνά λείπει από τις σύγχρονες συζητήσεις γύρω από τη γονεϊκότητα είναι η διάκριση ανάμεσα στη φυσική και τη συναισθηματική παρουσία. Ένας γονέας μπορεί να εργάζεται ασταμάτητα για να εξασφαλίσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ζωής για το παιδί του, αλλά ταυτόχρονα να είναι ψυχικά εξαντλημένος και συναισθηματικά μη διαθέσιμος. Η απουσία αυτή δεν αποτελεί επιλογή ούτε ένδειξη μειωμένης αγάπης. Είναι, συχνά, το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που απαιτεί συνεχή παραγωγικότητα και αφήνει ελάχιστο χώρο για ψυχική επεξεργασία.
Ο Bion (1962) περιέγραψε τη λειτουργία του γονέα ως εκείνη του «περιέκτη» των συναισθημάτων του παιδιού. Το παιδί προβάλλει στον γονέα τις αγωνίες, τους φόβους και τις ακατέργαστες συγκινήσεις του, και ο γονέας καλείται να τις μεταβολίσει και να τις επιστρέψει σε μια μορφή που μπορεί να γίνει ανεκτή. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική ψυχική εργασία, η οποία προϋποθέτει ότι ο ίδιος ο γονέας διαθέτει επαρκή ψυχικά αποθέματα.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα, όμως, αυτά τα αποθέματα συχνά εξαντλούνται πριν ακόμη ολοκληρωθεί η εργάσιμη ημέρα. Η εργασία δεν τελειώνει πλέον με την αποχώρηση από το γραφείο. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα, οι συνεχείς ειδοποιήσεις και η διαρκής διαθεσιμότητα έχουν καταργήσει τα όρια ανάμεσα στον επαγγελματικό και στον οικογενειακό χρόνο. Έτσι, πολλοί γονείς βρίσκονται στο σπίτι, χωρίς όμως να μπορούν πραγματικά να κατοικήσουν ψυχικά μέσα σε αυτό. Το σώμα επιστρέφει, αλλά ο νους παραμένει εγκλωβισμένος στις απαιτήσεις της ημέρας.
Η ποιότητα της γονεϊκής παρουσίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον διαθέσιμο χρόνο. Η θεωρία της συναισθηματικής διαθεσιμότητας υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη ενός ασφαλούς δεσμού εξαρτάται από την ικανότητα του γονέα να ανταποκρίνεται με ευαισθησία στα συναισθήματα του παιδιού (Biringen, 2008). Έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και περιορισμένες χρονικά αλληλεπιδράσεις μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά όταν χαρακτηρίζονται από πραγματική ψυχική παρουσία (Siegel & Bryson, 2020).
Ο Winnicott (1953) μας υπενθυμίζει ότι το παιδί δεν έχει ανάγκη από έναν τέλειο γονέα αλλά από έναν «αρκετά καλό γονέα». Η έννοια αυτή αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι γονείς καλούνται να ανταποκριθούν σε αντικρουόμενες απαιτήσεις: να είναι επαγγελματικά επιτυχημένοι, οικονομικά επαρκείς, συναισθηματικά διαθέσιμοι, διαρκώς ενημερωμένοι και ταυτόχρονα ακούραστοι.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική καθώς οι περισσότεροι γονείς φτάνουν στον Αύγουστο ψυχικά εξαντλημένοι. Η εξάντληση αυτή δεν αφορά μόνο τη σωματική κόπωση. Τα τελευταία χρόνια η διεθνής βιβλιογραφία έχει αναδείξει έναν όρο που περιγράφει με ακρίβεια αυτό που πολλοί γονείς βιώνουν αλλά δυσκολεύονται να ονοματίσουν, τη γονεϊκή εξουθένωση (parental burnout). Οι Mikolajczak, Gross και Roskam (2019) περιγράφουν το parental burnout ως μια κατάσταση χρόνιας συναισθηματικής εξάντλησης που σχετίζεται αποκλειστικά με τον γονεϊκό ρόλο και χαρακτηρίζεται από τέσσερα βασικά στοιχεία, έντονη κόπωση, συναισθηματική αποστασιοποίηση από το παιδί, απώλεια της ευχαρίστησης που συνοδεύει τη γονεϊκότητα και αίσθηση ότι ο γονέας δεν είναι πλέον ο άνθρωπος που ήταν κάποτε. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν ταυτίζεται με την κατάθλιψη ούτε με το εργασιακό burnout, αν και συχνά συνυπάρχει με αυτά. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι αφορά τη σχέση με το ίδιο το παιδί, γεγονός που γεννά έντονα αισθήματα ντροπής και ενοχής. Οι περισσότεροι γονείς δεν θα μιλήσουν εύκολα για αυτήν την εμπειρία, καθώς φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν ανεπαρκείς ή ότι η αγάπη τους προς το παιδί θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη ψυχική παγίδα του Αυγούστου. Όταν ο χρόνος ξαφνικά γίνεται περισσότερος, πολλοί γονείς επιχειρούν –ασυνείδητα– να αποκαταστήσουν όσα θεωρούν ότι στέρησαν από τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Η ενοχή μετατρέπεται σε υπερπροσφορά. Ο γονέας δυσκολεύεται να ματαιώσει, να αρνηθεί, να απογοητεύσει. Επιτρέπει περισσότερες ώρες οθόνης, περισσότερα γλυκά, περισσότερες αγορές, περισσότερες εξόδους, περισσότερες παραχωρήσεις. Όχι επειδή πιστεύει πραγματικά ότι αυτές ωφελούν το παιδί, αλλά επειδή νιώθει ότι έτσι εξισορροπεί μια εσωτερική έλλειψη. Η ψυχαναλυτική θεωρία περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως μια μορφή υπεραναπλήρωσης. Η ενοχή, όταν δεν μπορεί να αναγνωριστεί και να υποστεί ψυχική επεξεργασία, μετατρέπεται σε πράξη. Ο γονέας δεν αντέχει να βλέπει το παιδί ματαιωμένο, επειδή η ματαίωση ενεργοποιεί τη δική του αίσθηση αποτυχίας. Έτσι, κάθε «όχι» βιώνεται σαν προσωπική απόρριψη του παιδιού και όχι ως μια φυσιολογική πλευρά της γονεϊκής λειτουργίας. Η Melanie Klein (1937) περιέγραψε την ώριμη ενοχή ως μια δύναμη που κινητοποιεί την επανόρθωση των σχέσεων. Όταν όμως η ενοχή γίνεται υπερβολική, παύει να οδηγεί σε ουσιαστική επανόρθωση και μετατρέπεται σε άγχος. Ο γονέας δεν αποκαθιστά τη σχέση· προσπαθεί να ανακουφίσει τον εαυτό του.
Αυτό έχει άμεσες συνέπειες στη λειτουργία των ορίων. Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση, τα όρια συχνά παρουσιάζονται ως μια τεχνική διαχείρισης της συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα, από ψυχαναλυτική σκοπιά, τα όρια έχουν πολύ βαθύτερη λειτουργία. Πρωτίστως υπάρχουν για να οργανώσουν τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού και όχι για να το ελέγξουν. Ο Winnicott (1965) περιγράφει το περιβάλλον που δημιουργεί ο γονέας ως ένα holding environment, ένα ψυχικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να βιώσει ακόμη και τα πιο έντονα συναισθήματα χωρίς να φοβάται ότι θα διαλυθεί. Τα όρια αποτελούν μέρος αυτού του πλαισίου. Είναι η απόδειξη ότι υπάρχει ένας ενήλικας αρκετά σταθερός ώστε να αντέξει τον θυμό, την απογοήτευση και τη ματαίωση του παιδιού χωρίς να αποσύρεται ή να καταρρέει.
Για τον λόγο αυτό, η απουσία ορίων δεν ισοδυναμεί με περισσότερη ελευθερία γιατί το αποτέλεσμα είναι να δημιουργεί μεγαλύτερο άγχος. Το παιδί δεν αναζητά μόνο ευχαρίστηση αλλά και έναν ενήλικα που μπορεί να το προστατεύσει ακόμη και από τις ίδιες του τις παρορμήσεις. Όταν κάθε επιθυμία ικανοποιείται, το παιδί μένει μόνο απέναντι στην παντοδυναμία του. Και η παντοδυναμία, όσο ελκυστική κι αν φαίνεται, αποτελεί μία από τις πιο αγχογόνες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.
Επιπλέον, η αυξημένη συνύπαρξη του Αυγούστου φέρνει συχνά στην επιφάνεια και μια ακόμη δυσκολία. Πολλά παιδιά εμφανίζουν περισσότερα ξεσπάσματα, αντιδραστικότητα ή έντονη προσκόλληση ακριβώς τη στιγμή που οι γονείς περίμεναν ότι «επιτέλους θα ηρεμήσουν». Η πρώτη σκέψη είναι συχνά ότι «το παιδί δοκιμάζει τα όριά μας». Από ψυχαναλυτική σκοπιά, όμως, θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε διαφορετικά. Το παιδί δοκιμάζει τη διαθεσιμότητα της σχέσης. Σαν να ρωτά ασυνείδητα: «Είσαι εδώ; Θα συνεχίσεις να είσαι εδώ ακόμη κι όταν θυμώσω; Αν σε χρειαστώ, θα αντέξεις ή θα απομακρυνθείς ξανά;» Πίσω από πολλές αντιδράσεις δεν βρίσκεται η πρόθεση χειρισμού, αλλά η ανάγκη επιβεβαίωσης της σχέσης.
Ο Daniel Stern (1985) υποστήριξε ότι η αίσθηση του εαυτού οικοδομείται μέσα από χιλιάδες μικρές στιγμές συναισθηματικού συντονισμού. Δεν είναι οι μεγάλες εκδρομές ούτε οι ακριβές διακοπές που συγκροτούν την ψυχική μνήμη του παιδιού. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες ο γονέας κοιτάζει πραγματικά, ακούει πραγματικά και ανταποκρίνεται αυθεντικά. Αυτό ίσως αποτελεί και τη μεγαλύτερη παρανόηση της εποχής μας. Έχουμε ταυτίσει την καλή γονεϊκότητα με την υπερπαραγωγή εμπειριών, ενώ η ψυχική ανάπτυξη εξακολουθεί να θεμελιώνεται σε κάτι πολύ πιο απλό: στη σταθερή εμπειρία ότι υπάρχει κάποιος διαθέσιμος να μας σκεφτεί.
Ο Αύγουστος, επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει ένας μήνας αποπληρωμής του «συναισθηματικού χρέους» προς τα παιδιά. Καμία σχέση δεν θεραπεύεται μέσα από την υπερβολή. Οι σχέσεις αποκαθίστανται όταν οι άνθρωποι μπορούν να αντέχουν την ατέλειά τους. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τον σύγχρονο γονέα δεν είναι να βρει περισσότερο χρόνο. Είναι να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι δεν θα είναι ποτέ ο τέλειος γονέας. Ότι θα κουραστεί, θα απουσιάσει, θα κάνει λάθη, θα θυμώσει και θα ματαιώσει. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η απουσία αυτών των εμπειριών αλλά η δυνατότητα να επιστρέφει στη σχέση. Όπως έγραφε ο Winnicott, το παιδί δεν μεγαλώνει χάρη στην τελειότητα του γονέα, αλλά χάρη στην αξιοπιστία της παρουσίας του.
Ίσως, το πολυτιμότερο δώρο του Αυγούστου να μην είναι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας, αλλά η ευκαιρία να σταματήσουμε να προσπαθούμε να αναπληρώσουμε όσα χάθηκαν και να αρχίσουμε να κατοικούμε πραγματικά στις σχέσεις μας. Με όρια που προστατεύουν, με παρουσία που δεν εξαντλείται στην φυσική εγγύτητα και με την αποδοχή ότι η αυθεντική γονεϊκότητα δεν γεννιέται από την ενοχή, αλλά από τη δυνατότητα του γονέα να σκέφτεται, να αντέχει και να παραμένει ψυχικά διαθέσιμος.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο LinkedIn Newsletter "Ελεύθεροι Συνειρμοί".
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Bion, W. R. (1962). Learning from Experience. Heinemann.
Biringen, Z. (2008). The Emotional Availability (EA) Scales Manual (4th ed.). Emotional Availability Inc.
Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent–Child Attachment and Healthy Human Development. Basic Books.
Holden, G. W. (2020). Parenting: A Dynamic Perspective (3rd ed.). Thousand Oaks, Sage Publications.
Klein, M. (1937). Love, Guilt and Reparation and Other Works (1921–1945). Hogarth Press. (Έκδοση 1975).
Mikolajczak, M., Gross, J. J., & Roskam, I. (2019). Parental burnout: What is it, and why does it matter? Clinical Psychological Science, 7(6), 1319–1329. https://doi.org/10.1177/2167702619858430
Roskam, I., & Mikolajczak, M. (2021). Parental burnout: Moving the focus from children to parents. New Directions for Child and Adolescent Development, 174, 7–13. https://doi.org/10.1002/cad.20376
Siegel, D. J., & Bryson, T. P. (2020). The Power of Showing Up: How Parental Presence Shapes Who Our Kids Become and How Their Brains Get Wired. Ballantine Books.
Stern, D. N. (1985). The Interpersonal World of the Infant: A View from Psychoanalysis and Developmental Psychology. Basic Books.
Winnicott, D. W. (1953). Transitional objects and transitional phenomena. International Journal of Psychoanalysis, 34, 89–97.
Winnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment: Studies in the Theory of Emotional Development. Hogarth Press.
Winnicott, D. W. (1971). Playing and Reality. Tavistock Publication
Γιατί οι άνθρωποι αντιστέκονται στην αυτογνωσία;
Γράφει η Μελίνα Τζάκου, Ψυχολόγος - Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια, Ιδρύτρια & Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Άρκεσις
ΠερισσότεραΓιατί οι άνθρωποι αντιστέκονται στην αυτογνωσία;
Οι άνθρωποι σπάνια κλείνουν τα μάτια στην αυτογνωσία επειδή είναι αδαείς. Αντιστέκονται γιατί η αλήθεια κοστίζει ακριβά. Το μυαλό δεν κρύβει πράγματα τυχαία, αλλά θάβει βαθιά αυτό που κάποτε φαινόταν αφόρητο. Στην Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία, αυτή η αντίσταση δεν αντιμετωπίζεται σαν πείσμα ή αποτυχία, αλλά ως προστασία. Κάθε αμυντικός μηχανισμός που επιστρατεύεται είναι, στον πυρήνα του, μια πράξη ψυχολογικής επιβίωσης.
Μια θεραπευόμενη μου είπε κάποτε «Δεν καταλαβαίνω γιατί σε κάθε μου σχέση καταλήγω να νιώθω ολομόναχη και εγκαταλελειμμένη». Διανοητικά καταλάβαινε το μοτίβο, συναισθηματικά όμως δεν μπορούσε να αντέξει το νόημά του. Επέλεγε ξανά και ξανά συντρόφους απόμακρους, ανθρώπους συναισθηματικά μη διαθέσιμους, συγκρατημένους, δύσκολους στην προσέγγιση. Συνειδητά το ονόμαζε «κακή τύχη», ασυνείδητα, ξαναζούσε τη συναισθηματική ατμόσφαιρα της παιδικής ηλικίας, έναν πατέρα που ήταν σωματικά παρών αλλά συναισθηματικά απών. Ο οικείος πόνος της απογοήτευσης για εκείνη ήταν «ασφαλέστερος» από την πιθανότητα της «άγνωστης» αληθινής εγγύτητας. Αυτή είναι μια από τις τραγωδίες του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν αναζητούν την ευτυχία, αναζητούν την οικειότητα. Ακόμα και ο πόνος μπορεί να γίνει μια παράξενη παρηγοριά όταν μοιάζει με τον συναισθηματικό κόσμο στον οποίο κάποιος έμαθε για πρώτη φορά να επιβιώνει.
Ο Freud (1917), σε ένα από τα κείμενα του, εν μέσω άλλων έγραψε «…το Εγώ δεν είναι αφέντης στο ίδιο του το σπίτι». Αυτό που καταλαβαίνω πως ήθελε να πει ουσιαστικά ήταν πως οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται τους εαυτούς τους λογικούς και με αυτογνωσία ωστόσο μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς διέπεται από κρυφούς φόβους, απαγορευμένες επιθυμίες, άλυτα πένθη και ασυνείδητες πεποιθήσεις. Ισχυρές άμυνες υψώνονται για να εμποδίσουν αυτές τις αλήθειες να φτάσουν στη συνείδηση.
Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον άνθρωπο που συνεχώς επικρίνει τους άλλους για εγωισμό. Ο ίδιος νιώθει γενναιόδωρος, ηθικός, έτοιμος να θυσιαστεί. Όμως κάτω από την ηθική του οργή κρύβεται ένας ασυνείδητος φθόνος, λαχταρά κρυφά την ελευθερία να βάλει πρώτα τις δικές ανάγκες, αλλά αυτή η επιθυμία του φαίνεται ανεπίτρεπτη. Έτσι, αντί να αναγνωρίσει τη δική του επιθετικότητα ή τις εγωιστικές επιθυμίες, τις προβάλλει στους άλλους. Ξαφνικά ο κόσμος γεμίζει με εγωιστές κι εκείνος μπορεί να παραμένει «αθώος» στα δικά του μάτια. Η προβολή προστατεύει τον εαυτό από την ενοχή, αλλά τον κρατάει φυλακισμένο σε μια παραμορφωμένη πραγματικότητα.
Μια άλλη ασθενής ήρθε στη θεραπεία παραπονούμενη για «άγχος χωρίς λόγο». Περιέγραφε τον εαυτό της ως ανεξάρτητη, επιτυχημένη που ήλεγχε απόλυτα τα συναισθήματά της. Κάθε φορά που έκανε την εμφάνισή της η θλίψη εκείνη έπεφτε με τα «μούτρα» στη δουλειά, καθάριζε, έτρεχε, έβγαινε με φίλους, πήγαινε γυμναστήριο. Η σιωπή την τρομοκρατούσε. Μια μέρα μετά από μια παρατεταμένη παύση στη συνεδρία, ξέσπασε σε κλάματα ψιθυρίζοντας «Δεν μπορώ…αν σταματήσω να κινούμαι, νιώθω κενή, ένα τίποτα». Αυτή η πρόταση περιείχε χρόνια ασυνείδητου πόνου. Στο βάθος αυτή παραγωγικότητα δεν ήταν φιλοδοξία, ήταν άμυνα. Κάτω από τη συνεχή δραστηριότητα ξαναζούσε μια παιδική εμπειρία συναισθηματικής παραμέλησης. Είχε μάθει από πολύ νωρίς ότι οι συναισθηματικές ανάγκες της δεν θα ικανοποιούνταν, γι' αυτό αντικατέστησε την επιθυμία με την απόδοση. Η επιτυχία έγινε υποκατάστατο της αγάπης και όσο παρέμενε απασχολημένη μπορούσε να αποφύγει την αφόρητη θλίψη των ανεκπλήρωτων αναγκών εξάρτησης.
Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με έναν άντρα που μου έλεγε για χρόνια πόσο πολύ λαχταρούσε την οικειότητα. Όμως κάθε φορά που κάποιος τον αγαπούσε ειλικρινά, έχανε το ενδιαφέρον του. Τελικά συνειδητοποίησε κάτι καταστροφικό, αυτό που τον συνάρπαζε περισσότερο ήταν το κυνηγητό, γιατί αυτό αναπαρήγαγε τη συναισθηματική έλλειψη που είχε μάθει από παιδί. Η αγάπη για εκείνον ήταν άγνωστη και συναισθηματικά ανασφαλής, δεν ήταν η απόρριψη αυτό που φοβόταν αλλά το να τον δει κάποιος πραγματικά. Το να σε γνωρίζουν βαθιά είναι τρομακτικό γιατί διαλύει τη φαντασία. Πολλοί είναι οι άνθρωποι που προτιμούν εξιδανικευμένες εκδοχές του εαυτού τους, που τους κάνουν να αισθάνονται πως είναι πάντα δυνατοί, πως δεν χρειάζονται κανέναν, πως είναι λογικοί, πως είναι ευγενικοί, πως έχουν τον έλεγχο.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται στην αλήθεια επειδή προτιμούν την ψευδαίσθηση, το κάνουν γιατί το σώμα θυμάται αυτό που έχει ξεχάσει το μυαλό. Μία από τις πιο σκληρές μάχες στην ψυχοθεραπεία δίνεται όταν το άτομο πλησιάζει την πραγματική αλλαγή. Παραδόξως, το άγχος αυξάνεται περισσότερο ακριβώς τη στιγμή που η θεραπεία αρχίζει να αποδίδει. Γιατί; Επειδή η θεραπεία απειλεί την ταυτότητα που γνώριζαν μέχρι τότε. Τα συμπτώματα, όσο επώδυνα κι αν είναι, γίνονται η πυξίδα με την οποία οργανώνεται η ζωή. Η κατάθλιψη μπορεί να κρατά φυλακισμένο έναν ασυνείδητο θυμό. Το άγχος μπορεί να λειτουργεί σαν ασπίδα ενάντια στο συναισθηματικό ρίσκο. Ακόμα και ο πόνος προσφέρει μια παράξενη αίσθηση συνέχειας.
Μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία αποκαλύπτεται σιγά σιγά η εσωτερική αντίφαση. Γίνεται φανερό πως ο άνθρωπος που αγαπάει, μπορεί την ίδια στιγμή να αισθάνεται και μίσος. Πως ο πιο ανεξάρτητος άνθρωπος κρύβει μέσα του την ανάγκη να εξαρτηθεί. Πως πίσω από την πιο ακλόνητη αυτοπεποίθηση φωλιάζει ο φόβος. Η πραγματική συναισθηματική ωριμότητα έρχεται ακριβώς όταν επιτυγχάνεται η αντοχή σε αυτές τις αντιφάσεις χωρίς να επέρχεται κατάρρευση.
Ο Καρλ Γιουνγκ (2003) μίλησε για τη «σκιά», τα κρυμμένα μέρη του εαυτού που απορρίπτονται από τη συνείδηση. Όσο πιο έντονα πολεμά και αρνείται κανείς αυτές τις πτυχές, τόσο περισσότερη δύναμη τους δίνει στο σκοτάδι. Ό,τι δεν αναγνωρίζεται, δεν εξαφανίζεται· επιστρέφει από την πίσω πόρτα, μεταμορφωμένο σε συμπτώματα, σε όνειρα, σε ψυχαναγκασμούς, σε τοξικά μοτίβα σχέσεων, σε εθισμούς ή σε ένα διάχυτο άγχος. Μια γυναίκα που επιμένει ότι «δεν θυμώνει ποτέ» αναπτύσσει χρόνιες ημικρανίες. Ένας άντρας που πιστεύει ότι η ευαλωτότητα είναι αδυναμία γίνεται συναισθηματικά μουδιασμένος. Ένας γονέας που αρνείται τη δυσαρέσκεια προς το παιδί του γίνεται ανεξήγητα ευερέθιστος και ψυχρός. Το ασυνείδητο θα βρίσκει πάντα τρόπο να μιλάει, ακόμα και όταν το συνειδητό μυαλό αρνείται να ακούσει.
Η αυτογνωσία είναι βαθιά απελευθερωτική. Τη στιγμή που αναγνωρίζεται συνειδητά ένα μοτίβο, το άτομο παύει πια να είναι έρμαιό του. Η επίγνωση γεννά την επιλογή. Ένας άνθρωπος που καταλαβαίνει ότι η ζήλια του πηγάζει από την παιδική ανασφάλεια, μπορεί ακόμα να νιώθει αυτό το τσίμπημα, αλλά δεν το μπερδεύει πλέον με την αντικειμενική πραγματικότητα Ο αναστοχασμός δημιουργεί έναν πολύτιμο ψυχολογικό χώρο ανάμεσα στην παρόρμηση της στιγμής και στην πράξη. Αυτός είναι και ο αληθινός, ο μεγάλος στόχος της ψυχοθεραπείας, η ελευθερία. Η ελευθερία από την ψυχαναγκαστική επανάληψη των ίδιων επιλογών. Η ελευθερία από αόρατους φόβους. Η ελευθερία να αγαπάς χωρίς να αναπαράγεις ασταμάτητα παλιές πληγές.
Αυτή η ελευθερία όμως έχει ένα τίμημα, να πενθήσεις. Πένθος, όχι μόνο για τον πόνο του παρελθόντος αλλά και για την απώλεια των ψευδαισθήσεων στο παρόν. Είναι απαραίτητο κανείς να θρηνήσει τη φαντασίωση των τέλειων γονέων, της τέλειας αγάπης, του τέλειου ελέγχου, ακόμη και της φαντασίωσης ενός τέλειου, αράγιστου και ακέραιου εαυτού. Γι' αυτό η αυτογνωσία τρομάζει τόσο. Ο αναστοχασμός απειλεί τα ίδια τα οχυρά που κράτησαν μέχρι τώρα την ψυχή ζωντανή.
Σπάζοντας τον Κύκλο: Πως να μην επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας
Η κατανόηση των ασυνείδητων μοτίβων που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά αποτελεί το πρώτο βήμα για ουσιαστική αλλαγή στις σχέσεις και τη γονεϊκότητα.
ΠερισσότεραΣπάζοντας τον Κύκλο: Πως να μην επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας
Η σχέση με τους γονείς αποτελεί το πρώτο και πιο καθοριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η προσωπικότητά μας. Οι τρόποι με τους οποίους αγαπηθήκαμε, απορριφθήκαμε, προστατευτήκαμε ή παραμεληθήκαμε έχουν αφήσει βαθιά ψυχικά ίχνη τα οποία συχνά μεταφέρουμε ασυνείδητα στις ενήλικες σχέσεις μας και αργότερα στο τρόπο με τον οποίο εμείς γινόμαστε γονείς. Μέσα από την ψυχαναλυτική κατανόηση του ψυχισμού έχει αναδειχθεί πως οι άνθρωποι έχουμε την τάση να επαναλαμβάνουμε ψυχικά μοτίβα του παρελθόντος, ακόμη κι αν αυτά πονούν. Η επίγνωση των μηχανισμών επανάληψης μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για την διακοπή αυτού του διαγενεακού κύκλου τραύματος και δυσλειτουργίας.
Ένα πιο σαφές παράδειγμα έρχεται από τις διαπροσωπικές σχέσεις, συχνά ακούμε κάποιον να λέει «Όλοι ίδιοι είναι, μα τι έχω τον μαγνήτη;» «Μα τι κάνω και συνεχώς καταλήγω στα ίδια;» «Είναι σαν να έλκω συνέχεια ανθρώπους που με πληγώνουν». Για πολλούς ανθρώπους, οι σχέσεις μοιάζουν μια επανάληψη, σχεδόν σαν ένα ψυχικό σενάριο που αναπαράγεται ξανά και ξανά, παρά τις διαφορετικές συνθήκες και τα διαφορετικά πρόσωπα.
Η ψυχανάλυση έδωσε ένα όνομα σε αυτό το φαινόμενο ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Sigmund Freud περιέγραψε την έννοια του «καταναγκασμού της επανάληψης» (repetition compulsion), αναφερόμενος στην ασυνείδητη τάση του ανθρώπου να επαναλαμβάνει εμπειρίες, σχέσεις και συναισθηματικές καταστάσεις που συνδέονται με παλιές πληγές και άλυτες συγκρούσεις (Freud, 1920). Ένα άτομο που μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον συναισθηματικής απόστασης μπορεί, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να επιλέγει ψυχρά ή απόμακρα πρόσωπα στις σχέσεις του ή να γίνεται και ο ίδιος συναισθηματικά μη διαθέσιμος ως γονιός.
Με μια πρώτη ματιά, αυτή η ιδέα φαίνεται παράδοξη.
Γιατί κάποιος να επιστρέφει ξανά σε ό,τι τον πονά;
Γιατί να επιλέγει συντρόφους που τον απορρίπτουν, τον αγνοούν ή τον υποτιμούν;
Γιατί να επιλέγει να πονά με τον ίδιο τρόπο το παιδί του;
Η επανάληψη αυτή δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή αλλά μια προσπάθεια του ψυχισμού να «ξαναγράψει» ένα παλιό τραύμα με διαφορετική κατάληξη, μια προσπάθεια επανόρθωσης/αλλαγής του τέλους της ιστορίας. Με άλλα λόγια, ο ψυχισμός μοιάζει να λέει: «Αυτή τη φορά θα με αγαπήσει», «Αυτή τη φορά θα με δει», «Αυτή τη φορά δεν θα με εγκαταλείψει». Όμως, επειδή οι επιλογές βασίζονται σε παλιές ασυνείδητες δυναμικές, το αποτέλεσμα συχνά επαναλαμβάνει το τραύμα αντί να το θεραπεύει.
Από την πλευρά της θεωρίας των αντικειμενότροπων σχέσεων, οι πρώιμες σχέσεις με τους γονείς εσωτερικεύονται και μετατρέπονται σε «εσωτερικά αντικείμενα», δηλαδή σε ψυχικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των άλλων (Klein, 1946). Ομοίως, από την οπτική της θεωρίας του δεσμού υποστηρίζεται πως οι πρώτες μας σχέσεις, κυρίως με τους γονείς ή βασικούς φροντιστές, δημιουργούν έναν εσωτερικό «χάρτη» για το πώς αντιλαμβανόμαστε την αγάπη, την ασφάλεια και την οικειότητα, εσωτερικά «μοντέλα» σχέσεων βάσει των οποίων καθοδηγείται η συναισθηματική σύνδεση (Bowlby, 1969). Αν ένα παιδί μεγαλώσει με έναν συναισθηματικά απόμακρο γονέα, μπορεί να μάθει ασυνείδητα ότι η αγάπη συνοδεύεται από απόσταση, αβεβαιότητα ή αγωνία. Ως ενήλικας, ενδέχεται να νιώθει παράξενα οικεία με παρόμοιους ανθρώπους, ακόμη κι αν αυτοί το πληγώνουν. Ως γονέας που δεν έλαβε συναισθηματική ασφάλεια στην παιδική ηλικία είναι πολύ πιθανόν να δυσκολευτεί να τη δώσει στα παιδιά του.
Σε μια θεμελιώδη ψυχαναλυτική εργασία του 1975 οι Selma Fraiberg, Edna Adelson και Vivian Shapiro ονόμασαν την συνθήκη αυτή ως τα «Φαντάσματα στο Παιδικό Δωμάτιο». Η μεταφορά των «φαντασμάτων» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει πώς το άλυτο παιδικό τραύμα και οι αφρόντιστες πληγές των γονέων επηρεάζουν υποσυνείδητα τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν και μεγαλώνουν τα δικά τους βρέφη. Η βασική ιδέα είναι πως όταν οι γονείς κουβαλούν πόνο, παραμέληση ή κακοποίηση που συχνά δεν θυμούνται, αυτές οι αναμνήσεις γίνονται «απρόσκλητοι επισκέπτες» στο παιδικό δωμάτιο. Χωρίς συνειδητή επίγνωση, οι γονείς μπορεί να προβάλλουν αυτές τις εμπειρίες του παρελθόντος στα παιδιά τους ή να τις αναπαραστήσουν.
Το πιο δύσκολο σημείο αυτής της διαδικασίας είναι ότι η επανάληψη λειτουργεί συνήθως ασυνείδητα. Οι άνθρωποι σπάνια αντιλαμβάνονται αμέσως το μοτίβο τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουν εσαεί τις ίδιες ιστορίες. Η έρευνα έχει δείξει πως η επίγνωση της προσωπικής ιστορίας και η ανάπτυξη αναστοχαστικής ικανότητας μπορούν να τροποποιήσουν αυτά τα πρότυπα και να οδηγήσουν σε ασφαλέστερες σχέσεις. Όταν κάποιος αρχίζει να αναγνωρίζει τα μοτίβα του, τι τον ελκύει, τι τον ενεργοποιεί συναισθηματικά, τι τον κάνει να νιώθει «οικεία», τότε αποκτά σταδιακά τη δυνατότητα να επιλέξει διαφορετικά.
Κάτι πολύ βοηθητικό που μας έμαθε ο Donald Winnicott είναι πως το παιδί δεν χρειάζεται «τέλειους» γονείς, αλλά «αρκετά καλούς» γονείς (good enough parents) οι οποίοι μπορούν να ανταποκρίνονται με συνέπεια και συναισθηματική διαθεσιμότητα στις ανάγκες του (Winnicott, 1965). Πολλοί γονείς φοβούνται πως θα επαναλάβουν τα λάθη των γονιών τους και οδηγούνται είτε στην υπερπροσπάθεια είτε στην ενοχή. Η τοποθέτηση του Winnicott είναι μια εξαιρετικά σημαντική πληροφορία καθώς απαλλάσσει από την ιδέα της τελειότητας και προσανατολίζει προς μια πιο προσιτή προσέγγιση του ρόλου αυτού που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της συνειδητής επεξεργασίας των τραυμάτων και συναισθημάτων μέσα από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία.
Η διακοπή του διαγενεακού κύκλου απαιτεί πρώτα από όλα επιθυμία και ύστερα αυτογνωσία. Ο άνθρωπος χρειάζεται να αναγνωρίσει τι του συνέβη και πως συνεχίζει να τον επηρεάζει. Οι έντονες αντιδράσεις απέναντι στους συντρόφους ή/και στα παιδιά συνήθως δεν αφορούν το παρόν, αλλά ενεργοποιημένα, παλιά, ανεπεξέργαστα συναισθήματα. Το να «σπάσουμε τον κύκλο» σημαίνει να αναλάβουμε την ευθύνη για την ψυχική μας ιστορία. Αν και η κατανόηση του παρελθόντος δεν θα αλλάξει όσα συνέβησαν, μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον εαυτό και τους άλλους στο παρόν μας.
Υπηρεσίες
Στο Κέντρο μας προσφέρουμε υπηρεσίες ατομικής και ομαδικής ψυχοθεραπείας για ενήλικες, εφήβους και παιδιά, θεραπεία ζεύγους, συμβουλευτική γονέων, και εξειδικευμένη ψυχιατρική υποστήριξη.
ΠερισσότεραΤο Κέντρο μας
Το Κέντρο Ψυχικής Υγείας ΑΡΚΕΣΙΣ αντλεί το όνομά του από μια βαθιά ελληνική έννοια: τη βοήθεια, την αρωγή, τη συνδρομή - αλλά και την επάρκεια, την εσωτερική δυνατότητα που ενισχύεται μέσα από τη φρον
ΠερισσότεραΗ Ομάδα μας
Η Ομάδα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας ΑΡΚΕΣΙΣ συνεργάζεται αρμονικά για να παρέχει πολυδιάστατη φροντίδα, συνδυάζοντας τις γνώσεις και την εξειδίκευση έμπειρων ψυχοθεραπευτών και ψυχιάτρων.
Περισσότερα