Πίσω από κάθε πράξη εκφοβισμού υπάρχει μια ιστορία που δεν βρήκε λέξεις, ένα συναίσθημα που δεν αναγνωρίστηκε, μια ανάγκη για σχέση που δεν ακούστηκε.

Η βία στους σχολικούς χώρους αποτελεί φαινόμενο αυξανόμενης συχνότητας και έντασης, τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή πραγματικότητα. Πρόσφατα περιστατικά σωματικής και ψυχολογικής βίας μεταξύ μαθητών εγείρουν κοινωνικά, παιδαγωγικά και βαθύτερα ψυχικά και θεσμικά ερωτήματα. Είναι βασικό οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας να περιορίζονται στη διάγνωση ή στην τιμωρητική στάση απέναντι σε μαθητές που εκδηλώνουν παραβατική ή επιθετική συμπεριφορά αλλά να επιχειρούν να ερμηνεύσουν τα βαθύτερα κίνητρα που ωθούν τον ψυχισμό του παιδιού ή του εφήβου προς τέτοιου είδους εκδραματίσεις.
Η επιθετικότητα, από την κλασική φροϋδική θεώρηση, αναγνωρίζεται ως συστατικό στοιχείο των ενστίκτων, ικανό τόσο να υπονομεύσει την ψυχική ισορροπία όσο και να την δομήσει δημιουργικά, υπό την προϋπόθεση κατάλληλων συμβολικών διεξόδων. Στην παιδική και εφηβική ηλικία, η δυνατότητα επεξεργασίας της επιθετικότητας είναι περιορισμένη. Η συμβολική ικανότητα – δηλαδή η ικανότητα του παιδιού να «μεταφράζει» την εσωτερική του ένταση σε λέξεις – δεν έχει πλήρως διαμορφωθεί σε αυτά τα αναπτυξιακά στάδια, ιδιαίτερα όταν το περιβάλλον δεν παρέχει επαρκή υποστήριξη και καθρέφτισμα των συναισθημάτων. Υπό αυτό το πρίσμα, το παιδί που δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για την οδύνη του, τη μετατρέπει σε πράξη, συχνά εις βάρος κάποιου πιο αδύναμου, λειτουργώντας έτσι μέσα από έναν ασυνείδητο μηχανισμό προβολικής ταύτισης. Έτσι η σχολική βία μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα των κοινωνικών ανισοτήτων ή έλλειψης πειθαρχίας, αλλά και ως εκδραμάτιση ψυχικών συγκρούσεων και τραυματικών βιωμάτων.
Μεγάλη συμβολή στην επιθετικότητα έχει και το «αρκετά καλό περιβάλλον» που σύμφωνα με έναν άλλο ψυχαναλυτικό θεωρητικό, τον Donald Winnicott, είναι εξαιρετικά σημαντικό στην ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Η απουσία συναισθηματικής στήριξης μπορεί να οδηγήσει σε πρώιμους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως ο κατακερματισμός της εμπειρίας και η εκδραμάτιση. Το σχολικό πλαίσιο, ως μικρογραφία της κοινωνίας, οφείλει να προσφέρει ψυχικό χώρο για την αναγνώριση και επεξεργασία της επιθετικότητας. Όταν το σχολείο αποτυγχάνει να διαμεσολαβήσει τη βία μέσω λόγου, τότε η βία εκδηλώνεται κυριολεκτικά ως πράξη, ως σώμα που ενεργεί αντί να μιλά. Η σιωπή και αδιαφορία των εκπαιδευτικών ή των συμμαθητών σε τέτοια περιστατικά συχνά αποτελεί ένδειξη συλλογικής αδυναμίας για νοηματοδότηση της βίας. Βέβαια η ψυχική ερμηνεία αυτής της σιωπής συνδέεται με τη λειτουργία της άρνησης και της απώθησης, τόσο ατομικά όσο και θεσμικά. Συνεπώς και η απουσία ψυχοεκπαιδευτικής υποστήριξης στους εκπαιδευτικούς ενισχύει αυτή την αποστασιοποίηση, καθιστώντας τη βία «αόρατη» έως ότου εκραγεί.
Είναι σημαντικό να μην στεκόμαστε στο δίπολο σχήμα «θύτης-θύμα» αλλά να εστιάζουμε στις εσωτερικές αναπαραστάσεις του «παιδιού-δράστη». Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο μαθητής που φέρεται βίαια δεν στερείται συναισθήματος αλλά αδυνατεί να το μεταβολίσει και να το εκφράσει. Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι μια εμπειρία τραύματος, είτε προσωπική είτε διαγενεακή. Μια τέτοια εμπειρία είναι ικανή να ενεργοποιήσει αμυντικούς μηχανισμούς όπως η ταύτιση με τον επιτιθέμενο και το παιδί να επαναλαμβάνει την εμπειρία του τραύματος από τη θέση του κυρίαρχου, ώστε να αποφύγει την αίσθηση αδυναμίας. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται συχνά σε παιδιά που προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα συναισθηματικής αποστέρησης ή ψυχικής παραμέλησης. Είναι βασικό λοιπόν να υπάρχει στο νου μας πως η βία δεν λειτουργεί ως απόδειξη «κακίας» αλλά ως κραυγή για σχέση, προσοχή, όριο, ακόμη και αν διατυπώνεται με τον πιο καταστροφικό τρόπο.
Η προσέγγιση της σχολικής βίας απαιτεί πολυεπίπεδη στρατηγική, δεν αρκούν τα πειθαρχικά μέτρα, χρειάζεται η ψυχοδυναμική κατανόηση των παιδικών και εφηβικών αναγκών. Η θεσμική ένταξη ψυχολόγων με ψυχαναλυτικό υπόβαθρο σε σχολικές δομές θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην πρόληψη, μέσα από τη δημιουργία χώρων λόγου και ψυχικής εκφόρτισης για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Αναγνωρίζοντας τη βία ως σύμπτωμα και όχι απλώς ως παρέκκλιση, η ψυχαναλυτική προσέγγιση μας καλεί να δούμε το παιδί πέρα από «φορέα κινδύνου», μας καλεί να το δούμε ως φορέα μηνυμάτων ανάγκης, εσωτερικής σύγκρουσης και αναζήτησης σχέσης, ατομικά αλλά και κοινωνικά.
Μελίνα Τζάκου, Ψυχολόγος - Ψυχαναλυτική/Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας «ΑΡΚΕΣΙΣ»
Παρασκευή, 06 Μαρτίου 2026
Υπηρεσίες
Στο Κέντρο μας προσφέρουμε υπηρεσίες ατομικής και ομαδικής ψυχοθεραπείας για ενήλικες, εφήβους και παιδιά, θεραπεία ζεύγους, συμβουλευτική γονέων, και εξειδικευμένη ψυχιατρική υποστήριξη.
Ατομική Ψυχοθεραπεία Ενηλίκων
Μέσα από την προσωπική διαδικασία της ατομικής ψυχοθεραπείας, οι θεραπευόμενοι βρίσκουν έναν ασφαλή χώρο όπου μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για ό,τι τους απασχολεί, να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό του
ΠερισσότεραΑτομική Ψυχοθεραπεία Παιδιών και Εφήβων
Η ατομική ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων προσφέρει ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις προκλήσεις της κάθε ηλικίας. Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, τα παι
ΠερισσότεραΑτομική Ψυχοθεραπεία για Ανέργους, Φοιτητές και Ευπαθείς Ομάδες
Η ψυχοθεραπεία είναι μια πραγματικά πολύτιμη επένδυση στον εαυτό μας. Ωστόσο, κατανοούμε ότι το κόστος μπορεί κάποιες φορές ν’ αποτελεί εμπόδιο, ιδιαίτερα για όσους ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες.
ΠερισσότεραΕπικοινωνία
Επικοινωνήστε μαζί μας για να συζητήσουμε οποιαδήποτε απορία τυχόν έχετε σχετικά με τις Υπηρεσίες μας ή για να κλείσετε ραντεβού.
Τηλέφωνο
Ωράριο
- Δευ - Παρ 9 πμ - 9 μμ
AMEA
- Διαθέτουμε εύκολη πρόσβαση για άτομα με αναπηρία, με ράμπες για καροτσάκια και κατάλληλα διαμορφωμένες εισόδους και χώρους.
